Ο μικρός Δυσσέας και ο Άγιος Βασίλης

 

 




Μία φορά και έναν καιρό ήταν Χριστούγεννα και ο μικρός Δυσσέας, όπως κάθε χρόνο, περίμενε τον Άγιο Βασίλη! Η μητέρα του, του είχε πει ότι κάθε παραμονή Πρωτοχρονιά ο Άγιος Βασίλης κατεβαίνει από την καμινάδα και αφήνει τα δώρα κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Έτσι, κάθε βράδυ παραμονής Πρωτοχρονιάς ο μικρός Δυσσέας δεν κοιμόταν στο κρεβάτι του. Έπαιρνε την σκυλίτσα του, την Μελίνα, για να του κάνει παρέα, και κάθονταν μπροστά από το τζάκι περιμένοντας τον Άγιο Βασίλη. Αλλά ποτέ δεν τα κατάφερνε να μείνει ξυπνητός μέχρι να έρθει.

Έτσι, όταν ξυπνούσε το πρωί, έβλεπε τα δώρα κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και στεναχωριόταν πάρα πολύ. -Ωχ, όχι! Πάλι αποκοιμήθηκα, έλεγε δυσαρεστημένος. Και, γι’ αυτό, φέτος αποφάσισε να πάει ο ίδιος στον Άγιο Βασίλη για να τον συναντήσει.

Ρώτησε, λοιπόν, την μητέρα του που μένει ο Άγιος Βασίλης. Εκείνη του απάντησε, ότι μένει σε ένα μικρό καλύβι στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού. Για να φτάσει εκεί πρέπει πρώτα να περάσεις από το τρομερό ποτάμι με τα ορμητικά νερά.

Έτσι, την επόμενη ημέρα ξύπνησε πρωί – πρωί και ξεκίνησε για το σπίτι του Άγιου Βασίλη, παίρνοντας μαζί του και την Μελίνα. Αποφάσισε να μην πει τίποτα στην μητέρα του γιατί φοβήθηκε ότι δεν θα τον άφηνε να πάει.

Περπατούσε – περπατούσε ανεβαίνοντας το ψηλό βουνό, που του είχε πει η μητέρα του, μέχρι που άρχισε να νυχτώνει. Αποφάσισε, λοιπόν, να βρει ένα μέρος για να περάσει το βράδυ. Άναψε και μία φωτιά για να την βλέπουν τα άγρια ζώα του δάσους και να φοβούνται και να μην πλησιάζουν.

Το άλλο πρωί όταν ξύπνησε, έσβησε τα μισοκαμένα κούτσουρα που είχαν απομείνει από την φωτιά και ξεκίνησε να ανεβαίνει, και πάλι, στο βουνό. Μετά από πολλές ώρες, ξάφνου είδε μπροστά του το τρομερό ποτάμι με τα ορμητικά νερά που το είχε πει η μητέρα του.

- Επιτέλους! αναφώνησε. Μόλις το περάσει θα συναντούσε τον Άγιο Βασίλη, σκέφτηκε.

Αλλά τα νερά ήταν τόσο πολύ ορμητικά που ήταν αδύνατον να περάσει απέναντι ακόμα και κολυμπώντας.

- Κάτι έπρεπε να κάνει, σκέφτηκε. Κάποιος τρόπος πρέπει να υπάρχει για να περάσεις απέναντι, μονολόγησε.

Και τότε άκουσε την Μελίνα να γαυγίζει. Έτρεξε γρήγορα προς το μέρος της και είδε ότι είχε βρει ένα μεγάλο κορμό από ένα δέντρο που είχε πέσει στο έδαφος.

- Καλό σκυλάκι, της είπε και την χάιδεψε στο κεφάλι. Εκείνη κουνούσε την ουρά της χαρούμενη.

Και, αμέσως, άρχισαν και οι δύο να σπρώχνουν με όλη τους την δύναμη τον κορμό για να το βάλουν διαμέσου στο ποτάμι και να μπορέσουν να περάσουν απέναντι. Μετά από πολύ προσπάθεια τα κατάφεραν!

Πρώτος ανέβηκε ο μικρός Δυσσέας στο κορμό και άρχισε να περπατάει προσεκτικά γιατί γλιστρούσε. Από πίσω του ερχόταν η Μελίνα. Κάποια στιγμή, όταν είχαν φτάσει περίπου στο μέσο της διαδρομής, ο μικρός Δυσσέας παραπάτησε και έπεσε μέσα στο ποτάμι και τα ορμητικά νερά άρχισαν να τον παρασέρνουν.

Τότε, αμέσως, η Μελίνα πήδηξε γρήγορα μέσα στο ποτάμι. Έπιασε τον μικρό Δυσσέα από την μπλούζα και άρχισε να κολυμπάει προς την ακτή. Όταν, τελικά, βγήκαν μουσκεμένοι και λαχανιασμένοι και οι δύο στην ακτή, είδαν μπροστά τους την μικρή καλύβα του Άγιου Βασίλη και τα ξέχασαν όλα όσα είχαν περάσει μέχρι να φτάσουν.






Ήταν πολύ χαρούμενοι και οι δύο! Ο μικρός Δυσσέας άρχισε να χορεύει και να τραγουδάει. Η Μελίνα γαύγιζε χαρούμενη, κουνούσε την ουρά της και έκανε κύκλους γύρω από τον μικρό Δυσσέα. Από την πολύ φασαρία που έκαναν τους άκουσε ο Άγιος Βασίλης και βγήκε να δει ποιος είναι.

Όταν είδε τον μικρό Δυσσέα και την Μελίνα, γούρλωσε τα μάτια του, κοκκίνησε ολόκληρος και με δυνατή φωνή τους είπε:

-Τιιιι γυρεύει εδώωωω ένα μικρό παιδί και ένας σκύλος???? Πώς ήρθατε εσείς εδώ επάνω??? Πώς περάσατε το τρομερό ποτάμι με τα ορμητικά νεράα?

Ο μικρός Δυσσέας τρόμαξε από την αντίδραση του Άγιου Βασίλη και άρχισε να κλαίει. Η Μελίνα άρχισε να γαυγίζει απειλητικά. Τότε ο Άγιος Βασίλης ξαφνιάστηκε. Πρώτη φορά είδε ένα μικρό παιδί να κλαίει. Εκείνος πηγαίνει τις γιορτές δώρα στα παιδιά για να τα κάνει να χαρούν.

Έτσι, αμέσως πήρε στην αγκαλιά του τον μικρό Δυσσέα και του είπε:

- Σώπα και μην κλαις. Σου ζητάω συγγνώμη αν σε τρόμαξα, αλλά δεν είμαι συνηθισμένος σε επισκέψεις. Πρώτη φορά βλέπω έξω από την πόρτα μου έναν ξένο. Μόνο εγώ και τα ξωτικά μένουμε εδώ.

Τότε ο μικρός Δυσσέας σταμάτησε να κλαίει και είπε στον Άγιο Βασίλη όλη την ιστορία. Ότι τον περιμένει για να τον δει κάθε βράδυ παραμονής Πρωτοχρονιάς αλλά τον παίρνει ο ύπνος και έτσι αποφάσισε να έρθει στο σπίτι του να τον δει. Του είπε και όλα όσα πέρασε μέχρι να φτάσει στο σπίτι του και πώς πέρασαν το τρομερό ποτάμι.

Ακούγοντας όλη την ιστορία ο Άγιος Βασίλης, χαμογέλασε και είπε στον μικρό Δυσσέα.

- Θα πω στους τάρανδους να σε πάνε πίσω στο σπίτι σου και το βράδυ της Πρωτοχρονιάς πες την μαμά σου να μην ανάψει το τζάκι και θα έρθω πρώτα σε εσένα για να μην σε πάρει ο ύπνος και μετά θα πάω στα άλλα παιδιά.

Και, έτσι και έγινε, εκείνη την Πρωτοχρονιά ο μικρός Δυσσέας περίμενε τον Άγιο Βασίλη, ο οποίος ήρθε άφησε το δώρο του κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, του έκλεισε το μάτι και έφυγε γελώντας. Χο Χο Χο.

Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!




 © Copyright, 2020, Δήμητρα Καφφέ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ευχές - Χριστουγεννιάτικη προσφορά

Ευχόμαστε Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά στους μικρούς και μεγάλους αναγνώστες μας με μία Χριστουγεννιάτικη προσφορά. Αγοράστε τώρα και μέχρι ...